Περίληψη

Το «παράδοξο της ανεκτικότητας» μέσα από τη σκέψη του Ντοστογιέφσκι, του Karl Popper και του Πλάτωνα, που αναλύουν πώς μια κοινωνία που συγχέει την ελευθερία με την ασυδοσία και την ανεκτικότητα με την άκριτη αποδοχή, κινδυνεύει να περιορίσει την ίδια την ελευθερία της.

Υπάρχουν ιδέες που, ακόμη κι όταν αποδίδονται λανθασμένα σε έναν συγγραφέα, καταφέρνουν να επιβιώσουν, καθώς αγγίζουν μια αλήθεια της εποχής τους. Η φράση που έχει συνδεθεί με τον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι,

«η ανεκτικότητα θα φτάσει σε τέτοιο επίπεδο, ώστε οι ευφυείς άνθρωποι θα απαγορεύεται να σκέφτονται, για να μην προσβάλλουν τους ανόητους»

μπορεί να μην εντοπίζεται αυτούσια στο έργο του, όμως συμπυκνώνει με σχεδόν ανατριχιαστική ακρίβεια ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει ολοένα και περισσότερο τις σύγχρονες κοινωνίες. Η επιφανειακή επίκληση της ανεκτικότητας καταλήγει να περιορίζει την ελευθερία της σκέψης.

Το παραπάνω αποκτά ακόμη μεγαλύτερο σημασία όταν συνδεθεί με το περίφημο «παράδοξο της ανεκτικότητας» που διατύπωσε ο Karl Popper στο έργο του ‘Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της’ το 1945. Ο Πόππερ υποστήριξε ότι μια κοινωνία που επιδεικνύει απόλυτη ανοχή, ακόμη και απέναντι στην αδιαλλαξία, κινδυνεύει να παραδοθεί στις πιο αυταρχικές και φανατικές πρακτικές. Με άλλα λόγια, η ανεκτικότητα, όταν στερείται κριτηρίων και πνευματικής άμυνας, μετατρέπεται σε μηχανισμό αυτοκατάργησης. Η κοινωνία μπορεί να επιβιώσει μόνο όταν διαθέτει τη δύναμη να προστατεύει τον εαυτό της από εκείνους που εκμεταλλεύονται την ελευθερία με στόχο να την καταστρέψουν.

Σήμερα, συγχέεται όλο και περισσότερο η ανεκτικότητα με την αποδοχή κάθε σκέψης, άποψης και πνευματικής επιπολαιότητας, και η κριτική σκέψη και η διανοητική απαίτηση αντιμετωπίζονται σαν απειλή για τη συλλογική άνεση.

Ο Πλάτωνας,  στο «παράδοξο της ελευθερίας», περιέγραψε μια κοινωνία όπου η ανεξέλεγκτη ελευθερία οδηγεί τελικά στην κατάρρευση της, όταν κάθε επιθυμία θεωρείται δικαίωμα και κάθε περιορισμός καταπίεση. Αυτή η υπερβολή, γεννά αναπόφευκτα την ανάγκη ενός ισχυρού προσώπου που θα επαναφέρει την τάξη, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο προς την τυραννία. Η υπερβολική ελευθερία, δηλαδή, καταλήγει να παράγει το ακριβώς αντίθετό της.

Αυτή ακριβώς είναι και η ειρωνεία της εποχής μας. Οι κοινωνίες διακηρύσσουν διαρκώς την ελευθερία έκφρασης, ενώ ταυτόχρονα διαμορφώνουν ένα περιβάλλον στο οποίο η αυθεντική σκέψη απαιτεί μεγάλο ψυχικό κόστος, καθώς  η έκφραση πρέπει να παραμένει εντός των ορίων της κυρίαρχης ευαισθησίας και να μην ταράζει το σύνολο. Η πίεση ασκείται, πέρα από θεσμούς ή εξουσίες, και από τη μαζική κουλτούρα, τον ψηφιακό όχλο, την ανάγκη κοινωνικής αποδοχής.

Η ευφυΐα, λοιπόν, παύει να θεωρείται εργαλείο εξέλιξης και αντιμετωπίζεται σαν κοινωνική πρόκληση. Δημιουργείται η απαίτηση να σκέφτονται όλοι με τρόπο ακίνδυνο, προβλέψιμο και απολύτως συμβατό με τη μαζική αντίληψη. Η ανάλυση κουράζει, η σύνθετη σκέψη δυσκολεύει, αφού απαιτούν πνευματική συμμετοχή και καταρρίπτουν βολικές βεβαιότητες: σύντομα συμπεράσματα, εύπεπτες αλήθειες, γρήγορες ηθικές καταδίκες.

Ο Ντοστογιέφσκι, ο Πόππερ και ο Πλάτων συναντώνται τελικά σε ένα κοινό σημείο, παρότι τους χωρίζουν αιώνες. Και οι τρεις αντιλαμβάνονταν ότι μια κοινωνία χάνει το κέντρο της όταν παύει να διαχωρίζει την ελευθερία από την ασυδοσία, την ανεκτικότητα από την πνευματική παραίτηση και τη δημοκρατία από τη δικτατορία της πλειοψηφικής μετριότητας. Η ελευθερία προϋποθέτει ανθρώπους ικανούς να σκέφτονται, να αμφισβητούν και να υπερασπίζονται τη λογική.

Και ίσως ακριβώς σε αυτό το σημείο να αξίζει να αναφερθούμε και στον Ισοκράτη, στον οποίο θα αφιερωθεί ξεχωριστό άρθρο. Στον Αρεοπαγιτικό λόγο του περιγράφει ένα πολίτευμα που μιλά για μια δημοκρατία που λειτουργεί και καλλιεργεί πολίτες με αίσθηση μέτρου, ευθύνης και παιδείας. Κυρίως, όμως, αναδεικνύει μια κοινωνία που κατανοεί πως η ελευθερία χωρίς όρια οδηγεί στην αποσύνθεση και πως η ισότητα χάνει το νόημά της όταν συγχέεται με την ασυδοσία ή την απουσία αξιολόγησης.

Και τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι η σιωπή των ευφυών ανθρώπων γίνεται πολύ πιο ανησυχητική από τον θόρυβο των ανόητων.

 

Φωτογραφία αρθρογράφου

Ελίνα Μπάρδα ΟΠΑ/M.Sc. Διασφάλιση Ποιότητας