Η φράση «Δεν είναι κάτι δίκαιο επειδή είναι νόμος, αλλά πρέπει να είναι νόμος ό,τι είναι δίκαιο» αποδίδεται στον Μοντεσκιέ (Charles-Louis de Montesquieu) και μας φέρνει κατευθείαν στον πυρήνα μιας διαμάχης: τι σημαίνει νόμος και τι δίκαιο.

Το δίκαιο και ο νόμος δεν είναι δίδυμα αδέλφια. Ένας νόμος δεν είναι κατ’ ανάγκη δίκαιος. Μπορεί να είναι προϊόν πολιτικών ισορροπιών, συμφερόντων ή απλώς θεσμικής συγκυρίας. Το δίκαιο, όμως, είναι η αξιακή βάση πάνω στην οποία κρίνουμε την ανθρώπινη πράξη. Κι εκεί ξεκινά ο προβληματισμός: τι συμβαίνει όταν ο νόμος παύει να υπηρετεί τη δικαιοσύνη;

Συχνά κρυβόμαστε πίσω από το ‘έτσι λέει ο νόμος’. Λες και ο νόμος είναι αλάθητος. Λες και δεν έχουμε ιστορικά παραδείγματα νόμιμων αδικιών. Από καθεστώτα που νομιμοποίησαν τις πιο σκοτεινές στιγμές τους, μέχρι σύγχρονες νομοθεσίες που αφήνουν ανθρώπους εκτός προστασίας. Η επίκληση του νόμου όμως πρέπει να λειτουργεί σαν αλεξικέραυνο και όχι σαν άλλοθι.

Ο Μοντεσκιέ μάς θυμίζει κάτι ενοχλητικά απλό: ο νόμος δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι εργαλείο. Και τα εργαλεία τα φτιάχνεις για να υπηρετούν έναν σκοπό. Αν ο νόμος υπερασπίζεται μόνο τους ισχυρούς, αν παρακολουθεί τις αδικίες χωρίς να παρεμβαίνει, τότε δεν είναι νόμος, είναι μόνο μια υπογραφή σε λευκό χαρτί.

Ποιος όμως αποφασίζει τι είναι δίκαιο; Η κοινωνία; Οι θεσμοί; Οι ειδικοί; Ή μήπως όσοι έχουν τη δύναμη να ορίσουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο συζητάμε το δίκαιο; Το οποίο μεταμορφώνεται μέσα στον χρόνο και τους πολιτισμούς. Η κοινωνία αλλάζει, οι αξίες μετατοπίζονται, η τεχνολογία τρέχει. Ο ορισμός του δικαίου δεν είναι στατικός. Κι όμως, σε κάθε εποχή, η απαίτηση είναι μία: ο νόμος να κοιτάζει προς το δίκαιο, ακόμη και όταν αυτό δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί.

Και σήμερα, μέσα στη δίνη θεμάτων, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η προστασία δεδομένων, η κλιματική πολιτική, τα δικαιώματα μειονοτήτων, η φράση αυτή επιστρέφει πιο απαιτητική από ποτέ.

Μια δημοκρατική κοινωνία δεν μπορεί να νομοθετεί ‘κατά παραγγελία’. Ο νόμος δεν μπορεί να λειτουργεί ως εξυπηρέτηση, προϊόν λόμπινγκ ή χειρονομία πελατειακής συναλλαγής. Οφείλει να μεταφράζει το κοινό καλό. Να προστατεύει τους ευάλωτους, να εξισορροπεί άνισες δυνάμεις, να σηκώνει το βάρος εκεί που η κοινωνία από μόνη της δεν μπορεί.

Η ρήση του Μοντεσκιέ δεν είναι πρόσκληση για ανυπακοή. Είναι υπενθύμιση ευθύνης, που βαραίνει όσους νομοθετούν, αλλά και όσους ζουν με τους νόμους αυτούς. Ο στόχος δεν είναι να διαλυθούν οι νόμοι, αλλά να τους ξανασκεφτούμε. Να διεκδικούμε νόμους που δεν ισχύουν απλώς, αξίζει να ισχύουν. Το ζητούμενο λοιπόν είναι να ψάχνουμε διαρκώς τρόπους να τους αναβαθμίσουμε. Να υπηρετούν το δίκαιο, όχι να το υποκαθιστούν.

Και κάπου εδώ τελειώνει η φιλοσοφία: το δίκαιο δεν είναι μόνο στα βιβλία, διαμορφώνεται μέσα στους δρόμους, στις αίθουσες, στα στόματα όσων αρνούνται να θεωρούν το άδικο φυσιολογικό.

Ο Μοντεσκιέ θα χαμογελούσε πικρά. Η συζήτηση παραμένει η ίδια. Μονάχα οι αδικίες άλλαξαν φόρεμα.

Αλλά η φράση του παραμένει εκεί, για να μας ξεβολεύει

Δίκαιο και στη συνέχεια Νόμος.

Φωτογραφία της αρθρογράφου

Ελίνα Μπάρδα ΟΠΑ/M.Sc. Διασφάλιση Ποιότητας