Η πολιτική και κοινωνική μας ζωή μοιάζει όλο και περισσότερο με έναν χάρτη δρόμων γεμάτο πινακίδες, όπου κάθε συμπεριφορά, κάθε γνώμη, ακόμα και κάθε ένδειξη ευαισθησίας ή ανθρωπισμού, κατατάσσεται και χαρακτηρίζεται. Στην εποχή των social media και των δημόσιων σχολίων, το να πεις ή να κάνεις κάτι λογικό και αυτονόητο, ακόμα και δίκαιο ή σωστό, συχνά κάποιος θα σου κολλήσει μια ταμπέλα – δεξιός, αριστερός ή οτιδήποτε άλλο. Ανάλογα με ποιος το λέει ή πόσο διαφέρει από το επικρατές αφήγημα, η ουσία χάνεται μέσα σε ετικέτες, οι οποίες έγιναν το νέο εργαλείο λογοκρισίας.
Δεν χρειάζεται να σε φιμώσουν, αρκεί να σε χαρακτηρίσουν. Έτσι τελειώνει κάθε συζήτηση, πριν καν αρχίσει. Γιατί όταν κάποιος έχει ήδη αποφασίσει «τι είσαι», δεν θα ακούσει ποτέ τι έχεις να πεις.
Ο Άλμπερτ Καμί, στο έργο του Η Πτώση (La Chute, 1956), μας δίνει αυτή την ισχυρή εικόνα της κοινωνικής καταγραφής και της αδυναμίας εξήγησης:
«Ναι, η κόλαση πρέπει να είναι έτσι: δρόμοι με πινακίδες και χωρίς τρόπο εξήγησης. Κατατάσσεσαι μια για πάντα.»
(«Oui, l’enfer doit être ainsi : des rues à enseignes et pas moyen de s’expliquer. On est classé une fois pour toutes.» – La Chute, σελ. 52, édition Folio)
Στην εποχή όπου η ταχύτητα της πληροφορίας και η ένταση της κοινωνικής δικτύωσης δημιουργούν έναν αδιάκοπο φακό κρίσης, η φράση του Καμί αποκτά εξαιρετική επικαιρότητα. Λειτουργεί σαν καθρέφτης της πολιτικής και κοινωνικής μας πραγματικότητας και ανοίγει έναν διάλογο για την ουσία της κοινωνικής αναγνώρισης και της πολιτικής ελευθερίας: κάθε δημόσια τοποθέτηση ή στάση, ακόμα και όταν πηγάζει από αλληλεγγύη ή ανθρωπισμό, γίνεται αντικείμενο άμεσου χαρακτηρισμού. Η ευαισθησία, η κοινωνική στάση ή/και η υπεράσπιση του δικαίου, γίνονται συχνά ταμπέλες που σε περιορίζουν και σε χαρακτηρίζουν για πάντα. Η πολιτική μας ταυτότητα, η κοινωνική μας εικόνα, ακόμη και οι αξίες μας ταξινομούνται και δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγουμε από αυτό.
Όπως σε μια μικρή κοινότητα ή σε ένα δημόσιο φόρουμ, η προσωπική έκφραση παγιδεύεται στις κρίσεις των άλλων. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να επανεφεύρει τον εαυτό του, αν η κοινωνία τον κρατά παγιδευμένο μέσα σε χαρακτηρισμούς και κάθε πολιτική γνώμη, κοινωνική στάση και πράξη αντιμετωπίζονται μέσα από το πρίσμα των άλλων.
Και κλείνοντας, ας θυμηθούμε τον Σαρτρ, ο οποίος στο Huis Clos περιγράφει το απόλυτο συμπέρασμα για την κοινωνική πίεση:
«Η κόλαση είναι οι άλλοι.» (L’enfer, c’est les autres.)
Η κοινωνία των χαρακτηρισμών και των κρίσεων, λοιπόν, είναι η νέα μας κόλαση. Του δημοσίου διαλόγου, των social media, των πάνελ και των “παρατάξεων” που καταπίνουν την ουσία. Μιας κοινωνίας που μαθαίνει να μην ακούει, μόνο να κατατάσσει γιατί αυτό εξυπηρετεί συμφέροντα. Μια κόλαση, όπου η αλήθεια και η δικαιοσύνη πρέπει να παλεύουν για να αναγνωριστούν πέρα από τις ταμπέλες.
Κι όμως, η κοινωνία μας χρειάζεται ακριβώς το αντίθετο: ανθρώπους που τολμούν να πουν το σωστό και χωρίς να τους νοιάζει ποιος θα το διεκδικήσει ως δικό του, βλέπουν πέρα από γραμμές, χρώματα και στρατόπεδα, μπορούν να σταθούν στο μέσο, όχι από φόβο αλλά από θάρρος. Γιατί τελικά, η κόλαση δεν είναι οι άλλοι. Είναι ο τρόπος που τους αφήνουμε να μας καθορίζουν.

Ελίνα Μπάρδα ΟΠΑ/M.Sc. Διασφάλιση Ποιότητας

